Έρευνα: Η απώλεια στενού συγγενή αυξάνει τον κίνδυνο θανάτου από καρδιακή ανεπάρκεια

Υγεία


Τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν την ανάγκη αυξημένης προσοχής εκ μέρους των μελών της οικογένειας και των γιατρών αναφορικά με τους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που θρηνούν

Ο θρήνος για την απώλεια ενός στενού μέλους της οικογένειας μπορεί να αυξήσει επικίνδυνα τα επίπεδα στρες και κατ’ επέκταση τον κίνδυνο πρόωρου θανάτου των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια, ιδιαίτερα κατά την πρώτη εβδομάδα μετά τον θάνατο του αγαπημένου συγγενή, όπως διαπίστωσε μία νέα σουηδική επιστημονική μελέτη.

Από καρδιακή ανεπάρκεια πάσχουν περισσότεροι από 64 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι η κατάθλιψη, το άγχος και η κοινωνική απομόνωση σχετίζονται με κακή πρόγνωση για την έκβαση της πάθησης.

  • Διαβάστε επίσης: Τρεις τρόποι για να αφήσετε το στρες στο γραφείο

Με ποιες απώλειες αυξάνεται ο κίνδυνος

Οι ερευνητές του ιατρικού Ινστιτούτου Καρολίνσκα του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «JACC: Heart Failure» του Αμερικανικού Κολλεγίου Καρδιολογίας, ανέλυσαν στοιχεία για σχεδόν 500.000 ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, εκ των οποίων περίπου 59.000 είχαν βιώσει την απώλεια στενού συγγενή.

Διαπιστώθηκε ότι η θνησιμότητα από καρδιακή ανεπάρκεια αυξάνεται μετά τον θάνατο παιδιού (κατά 10%), συζύγου/συντρόφου (20%), εγγονού (5%) και αδελφού (13%), αλλά όχι μετά τον θάνατο γονιού. Η αύξηση του κινδύνου θανάτου είναι μεγαλύτερη κατά την πρώτη εβδομάδα μετά την απώλεια του συγγενή (78% κατά μέσο όρο), ιδίως εάν πρόκειται για σύντροφο/σύζυγο (αύξηση κινδύνου 113%).

  • Διαβάστε επίσης: Σοβαρή κατάθλιψη: Αναποτελεσματική η ψυχοθεραπεία για όσους παίρνουν αντικαταθλιπτικά

«Τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν την ανάγκη αυξημένης προσοχής εκ μέρους των μελών της οικογένειας και των γιατρών αναφορικά με τους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που θρηνούν, ιδίως κατά την περίοδο λίγο μετά την απώλεια του συγγενή τους», ανέφερε η αναπληρώτρια καθηγήτρια Κριστίνα Λάζλο του Τμήματος Παγκόσμιας Δημόσιας Υγείας του Καρολίνσκα.

Πηγή: ΑΠΕ